Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Απογευματινός χάρτης ευκαιρίας

Διαδρομές στο κέντρο ,τα διαφορετικά βλέμματα, απορημένη νεογέννητη  συνεννόηση, πόσο παράξενη να  φαίνεται η Αθήνα στα μάτια τους, τοίχοι που έχουν  την ανάγκη να μιλήσουν να φωνάξουν, μια σιωπή έτοιμη να εκραγεί σε χίλια μικρά λαμπάκια, τα γκράφιτι των τοίχων, τα αυτοκίνητα διεκδικούν τον άγριο ρόλο τους, οι περαστικοί στα πεζοδρόμια  ηθελημένοι κομπάρσοι,βιτρίνες υπόκωφες κραυγές,το φως απ' τις ταμπέλες ραβδίζει το απόγευμα, διεκδικεί πρωτεία,το πράσινο και το κόκκινο των φαναριών σκάβει στο ασπρόμαυρο τοπίο,τα πρώτα φώτα στα παράθυρα με σηκωμένα τα παντζούρια, βουίζει  αχνή μουσική υπνοδωματίων,το κίτρινο σκονισμένο των τρόλεϊ  παριστάνει τον ανήξερο για το ποσά εισιτήρια χτυπιούνται στα ακυρωτικά μηχανάκια, τα πούλμαν της γραμμής Βουκουρέστι - Αχαρνών κατεβάζουν τους μουδιασμένους  επιβάτες από Ρουμανία, με σκούρα ρούχα να πάρουν τις βαλίτσες τους, να επιστρέψουν  στη δική τους περιπέτεια που την κρατούν γερά στην τσέπη τους,το ενοικιαστήριο στο σκοτεινό μαγαζί, στη τζαμαρία διαβάζω ήταν ουζερί που αρρώστησε κι έκλεισε, ένας ράφτης που σιδερώνει με  ισχνό φως, η μυρωδιά του σιδερώματος με στέλνει στιγμιαία βόλτα μια δεκαετία πίσω, στο Πολωνέζικο ζαχαροπλαστείο μου χαμογελάει ένα τσουρέκι  με παπαρουνόσπορο και μια τούρτα με χρώμα μπλε,το μπλε της λίμνης με μια τόση δα μικροσκοπική πάπια να πλέει στα νερά της, τούρτα μια χαρά για γενέθλια αν ήσουν μόνο επτά χρονών, παρακάτω στα μπακάλικα ντελικατέσσεν της Ιουλιανού ακούω ένα πιάνο να παίζει συστηματικά μελωδίες του Σοπέν, κόκκινα κουτιά με σοκολατάκια,βότκες, διαφορετικά και καλοτοποθετημένα αλλαντικά, παίρνω το θάρρος να μπω μέσα να θαυμάσω τις λιχουδιές από κοντά, ρωτάω την ξανθιά υπάλληλο που δεν  χαμογελάει, πώς τις λένε  αυτές τις μικρές πιτούλεςΠιερόγκι μου απαντά, απέναντι ένα κτίριο  χωρίς παράθυρα, φυσάει ο αέρας και έρχεται μια μυρωδιά καμένου ξύλου, το καφενείο η Οδύσσεια, στο στενό δυο ισόγεια σπίτια με σιδερένιες  πράσινες  πόρτες, ήχος από γυάλινο ποτήρι την ώρα που συναντάει το τσιμέντο και σπάει, στα μπαλκόνια απλωμένα  ρούχα  φανέλες που ίδρωσαν στον ποδαρόδρομο και λερωθήκαν από τη κόκκινη σάλτσα της μακαρονάδας, με χαιρετούν τα μανίκια, κάτι ξέρει ο βοριάς  και πάει να μου το σφυρίξει, δεξιά στην Αλκαμένους στο καφενείο - κουτούκι "η Γη" μια ζωγραφιά του καραγκιόζη  μου κάνει κι αυτή νοήματα με το μακρύ της χέρι και τα κορίτσια απ΄το υποκατάστημα της  Τράπεζας, μετά το σχόλασμα  κάτι γιορτάζουν και χορεύουν με την φωνή του Πάνου Γαβαλά, παραγγέλνω ένα καραφάκι τσίπουρο να ακουμπήσω το γάργαρο γλέντι, να κλέψω λίγο  κέφι, να πάρω δυνατός το δρόμο μέχρι  τον Σταθμό Λαρίσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου