Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Σε λίγες μέρες θα οργανωθεί στο Παραπέρα παζάρι ρούχων που δεν τα χρειαζόμαστε πια αλλά δεν θέλουμε και να τα πετάξουμε


Είδα το φουστανάκι της να ανεμίζει στο σκοτεινό απόγευμα. Μήπως ήταν νυχτικό? Ολόλευκο και λαμπερό, κρεμόταν καλοκρεμασμένο από τα κόκκινα μανταλάκια, σαν από τις τιράντες του. Μακρύ, φορεμένο πρέπει να έφτανε ως τα νύχια, και με ένα φαρδύ βολάν, ως 20 πόντους, που καθώς το φούσκωνε ο αέρας έμοιαζε σα μια φούστα μπαλαρίνας, μόνο του, σαν με δική του ψυχή, ξεχωριστή απ’ το λευκό φουστάνι.
Μια ριπή του αέρα, γέμισε το σύμπλεγμα «φουστάνι – βολάν» και το έστησε ωραίο και γεμάτο, ολόρθο και καμαρωτό. Φου-στά-νι, είπα στον εαυτό μου καθώς σούρωνα το τσάι μου και μετρούσα ένα κουταλάκι κρέμα για να το ασπρίσω. Το μυαλό μου γύρισε πίσω χρόνια.
Τη δεκαετία του 70, όταν η γιαγιά Θεοδότη πάσχιζε να με ξεφορτωθεί, μ’ έστελνε στην κυρα-Βγενιά, την εκκλησάρισσα του Αγιου Νικόλα, απέναντι από το σπίτι. Από το παράθυρο της κουζίνας, έβλεπε την πόρτα και το παράθυρο της εκκλησίας ελέγχοντας απολύτως της κινήσεις μου. «Πήγαινε στην κυρα Βγενιά, να τη βοηθήσεις να κάνετε τα λουμίνια.» Και εξασφάλιζε μισή – μια ώρα ησυχίας από την ακατάσχετη λογοδιάρροιά μου και τα αμέτρητα «Γιατί γιαγιά?».
Η κυρά Βγενιά, αληθινή γριούλα, κοντή, καμπουριαστή με μαγκούρα και μαύρα και μια λεπτή ασημένια κοτσιδούλα γύρω γύρω από το κεφάλι, που το μισοέκρυβε το μαύρο της μαντήλι, δεν έμοιαζε καθόλου με την δική μου γιαγιά, με το καμαρωτό ρολλό πάνω από τον αυχένα, το σικάτο ρομπάκι και τα πάνινα παπούτσια με τακούνι.
Ελα μάνα μου, μου έλεγε. Στηριζόταν με το χέρι της στο τραπεζάκι του Αη Νικόλα κι έσερνε από κάτω από το τραπεζάκι το πόδι της κι από πάνω, τη γαλάζια σακκούλα με τα λουμίνια. Τα λουμίνια, ήταν κάτι εξωγήινα χάρτινα φουστανάκια, που τα βάζαμε το ένα μέσα στο άλλο, δύο - δύο, ή τρία - τρία για να αντέχουν και μετά τα φυλούσαμε τακτοποιημένα σε ένα σιδερένιο κουτί από μπισκότα Μιράντα τα πολλά, και σ’ ένα σιδερένιο κουτί από Καλμόλ τα λίγα. Το κουτί από Καλμόλ, το έβαζε στην τσέπη της η κυρα Βγενιά και πήγαινε μ’ αυτό από καντήλι σε καντήλι. Γέμιζε το καντήλι με λαδάκι, έβαζε από πάνω ένα σετ λουμίνια και μετά βουτούσε το δάχτυλό της μέσα στο λάδι κι έσταζε μια σταγονίτσα πάνω στο λουμίνι. Έπειτα έβγαζε από το κουτί από τα Καλμόλ τα σπίρτα κι άναβε το λουμίνι. Πανεύκολο. Τα λουμίνια είναι τα εξωγήινα φυτίλια!
Στην Αθήνα, τα φυτίλια τα πουλούσαν σε διαφανή κουτάκια, σαν τις μαλακές ροζ διαφανείς καραμελίτσες, και ήταν σαν κοντά σπιρτάκια, ροζ και σκληρα. Για να ανάψουν τα έμπηγες σε μια στρογγυλή σχεδία από φελλό με ασημένιο καπάκι. Και μετά τα άναβες. Δεν έμοιαζαν καθόλου με φουστάνια. Αν εξαιρέσεις πως ήταν ροζ, κατά τα άλλα, αχώνευτα.
Πολύ αργότερα, είδα πως είναι τα λουμίνια πριν βρεθούν στις γαλάζιες σακκούλες. Βγαίνουν από τα λουλούδια ενός εξωγήινου φυτού που τα φύλλα του μοιάζουν με φασκόμηλο. Πλήρης απομυθοποίηση.  Ώσπου πριν από λίγο, στον θλιβερό, τυπικό ακάλυπτο μιας γειτονιάς της Αθήνας, είδα το φουστανάκι της γειτόνισας, να λάμπει στο σκοτεινό απόγευμα, σα λουμίνι. Και δρόσισε λίγο η ψυχή μου και πετάρισε το πανάκι της καθώς το ολόλευκο βολάν του άπλωσε το χέρι.

(κείμενο της Τ. για τα φορεμένα ρούχα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου